Αύγουστος !
ΜΑΥΡΟΣ κι ΑΡΑΧΝΟΣ ΜΗΝΑΣ για τον Ελληνισμό (Ρωμιοσύνη)


26 Αυγούστου 1071   Μάχη Μαζίκερτου (Ματζικέρτ):  Η Ρωμιοσύνη χάνει την Ανατολική Μικρά Ασία
26 Αυγούστου 1922  (παλαιό Ημερολόγιο) Ο Κεμάλ Αττατούρκ παρά τις μεγάλες επιτυχίες του ελληνικού στρατού στα χρόνια
                                     1919-1921, και εκμεταλλευόμενος τα ολέθρια σφάλματα και αδράνεια της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας
                                     αρχίζει την αντεπίθεση του που θα οδηγήσει στην πλήρη γενοκτονία "άλλης μιας Ελλάδας" που βρισκόταν
                                     στην απέναντι όχθη του Αιγαίου
14 Αυγούστου 1974  Αττίλας ΙΙ και η μισή Κύπρος εάλω!  Βαριές οι ευθύνες των Ελλήνων πολιτικών που δεν υπερασπίστηκαν τη γή του
                                     Ευαγόρα


Νίκος Ε. Μαστοράκης
* Επίτιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου
Κλούζ, Ρουμανίας
http://outstanding.wseas.us
* Επισκέπτης Καθηγητής Πολυτεχνείου Σόφιας, Βουλγαρίας
* Τακτικός Καθηγητής ΑΣΕΙ / Σχολή Ναυτικών Δοκίμων
http://www.wseas.org/mastorakis

------------------------------------------------------------------------------------  ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΑΡΘΡΟ του
Άγγελου Ν. Δαλασσηνού για την ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΗΤΤΑ του Ελληνισμού

Άγγελος Ν. Δαλασσηνός

http://imansolas.freeservers.com/Angelos/Istorikes%20Selides_.jpg
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο νέο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ , στο 3ο τεύχος , Απριλ 2006

 

ΜΑΤΖΙΚΕΡΤ

26 Αυγούστου 1071

ΕΠΟΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

 

Άγγελος Ν. ΔαλασσηνόςΆγγελος Ν. Δαλασσηνός

 

 

http://imansolas.freeservers.com/Angelos/romanos1.gif

 

 

«Πίστη!…Τι είναι πίστη;

Είναι εκείνο που σε κάνει να ξεχωρίζεις από τους πολλούς.

Είναι εκείνο που δεν σε αφήνει να ησυχάσεις,

εκείνο που σου κλείνει τα αυτιά στο τραγούδι των σειρήνων που σε καλούν να υποταχθείς,

να βαδίσεις σύμφωνα με τους πολλούς,

να συγκατανεύσεις σε όσα δεν θεωρείς δίκαια και σωστά,

να ακολουθήσεις τη φορά του ανέμου»

 

Κώστας Κυριαζής, «Ρωμανός Δ΄ Διογένης»

 

 

Ήταν Πρωτοχρονιά του 1068 όταν ο 45χρονος Ρωμανός Διογένης εστέφθη Aυτοκράτωρ Ρωμαίων, ονειροπολώντας να αναβιώσει τη δόξα και τη χαμένη δύναμη της Aυτοκρατορίας, σχεδιάζοντας να απαλλάξει τα Θέματα της Μικράς Ασίας από τις επιδρομές των Σελτζούκων Τούρκων, χωρίς να διαθέτει τα αξιόμαχα φουσάτα των προηγούμενων Στρατηγών-Αυτοκρατόρων ή την υποστήριξη των πολιτικών της Βασιλεύουσας, οι οποίοι διέκοψαν απρόθυμα την ηθική και υλική καταστροφή του στρατού και του κράτους για να τον εκθρονίσουν.

Ο προηγούμενος Aυτοκράτωρ, Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας, είχε πεθάνει σε προχωρημένη ηλικία στις 21 Μαΐου 1067, αφήνοντας έναν ανήλικο διάδοχο, τον γιό του Μιχαήλ, και την 30χρονη, όμορφη και χυμώδη σύζυγό του Ευδοκία Μακρεμβολίτισα, η οποία ασκούσε την αντιβασιλεία προς χάριν του γιού της. Η Αυγούστα είχε απομείνει τώρα μόνη, ανασφαλής και περιστοιχισμένη από μία φατρία δολοπλόκων πολιτικών, για να κυβερνήσει μία τεράστια Αυτοκρατορία της οποίας οι επαρχίες μαστίζονταν από εχθρικές επιδρομές. Στο πρόσωπο του αρρενωπού Ρωμανού Διογένη δεν άργησε να βρει έναν ιδανικό Αυτοκράτορα ο οποίος θα ανελάμβανε με πυγμή τα διοικητικά, στρατιωτικά και πολύ περισσότερο, τα συζυγικά καθήκοντα. Ψηλός, ξανθός, εύρωστος, με φωτεινό, ελαφρά ειρωνικό βλέμμα και αριστοκρατικό παρουσιαστικό, ο Ρωμανός ήταν ένας ιδιαίτερα γοητευτικός άνδρας, του οποίου «…ακόμη και η αναπνοή ήταν ευγενική, αν όχι θεία», σύμφωνα με τα λόγια κάποιου χρονογράφου. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών της Καισάρειας στην Καππαδοκία και το 1064, ως Δούκας της Σαρδικής (Σόφια), είχε αποκρούσει τις επιδρομές των Πετσενέγων, απωθώντας τους πέρα από τον Ίστρο (Δούναβη). Δεν είχε κρύψει ποτέ την αντιπάθειά του για τον σάπιο πολιτικό κόσμο της Βασιλεύουσας ο οποίος διασπάθιζε τα χρήματα του Θησαυροφυλακίου, με λαιμαργία ίδια με εκείνη που οι Τούρκοι λεηλατούσαν τα σύνορα. Αυτά ήταν χρήματα που προέρχονταν από τους φόρους εκείνων των χωρικών που έβλεπαν τις καλύβες τους να πυρπολούνται και τα παιδιά τους να οδηγούνται αλυσοδεμένα στα τούρκικα σκλαβοπάζαρα. Τώρα βέβαια, διοχετεύονταν σε αμεσότερες κρατικές ανάγκες, όπως οι επαύλεις των συγκλητικών.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της αντιστρατιωτικής φατρίας, ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας, αδελφός του εκλιπόντος Αυτοκράτορος, και ο πρωθυπουργός και Υπέρτιμος των Φιλοσόφων, Μιχαήλ Ψελλός, είχαν πολλούς λόγους να μισούν θανάσιμα τον Ρωμανό. Ο πρώτος ήταν άνθρωπος μειωμένης πνευματικής οξυδέρκειας την οποία υποκαθιστούσε με ανεξάντλητα αποθέματα κακίας. Θεωρούσε τον Ρωμανό έναν σφετεριστή, ο οποίος είχε στερήσει τον θρόνο από την δυναστεία του. Ο μακαρίτης ο αδελφός του αντιπαθούσε τις στρατιωτικές υποθέσεις και απέφευγε τους πολέμους. Τώρα, είχε εμφανιστεί αυτός για να προκαλέσει πολεμικό πανικό, να ξεσηκώσει στρατιές και να κηρύξει πολέμους.

Ο Ψελλός αντίθετα, ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος. Είχε μελετήσει βαθιά την ανθρώπινη φύση, διέκρινε αμέσως τα ταλέντα, τις αδυναμίες και τα πάθη που κυβερνούσαν έναν άνθρωπο. Με όπλα την ψυχολογία, την κολακεία και την ραδιουργία, είχε ξεκινήσει από παραδυναστεύων αυλοκόλακας για να εξελιχθεί σε αξεπέραστο χειραγωγό ανδρείκελων της εξουσίας. Γνώριζε καλά τους ανθρώπους σαν τον Ρωμανό: ματαιόδοξοι στρατιωτικοί οι οποίοι κέρδιζαν κάποιες εφήμερες δόξες και κατόπιν τις χρησιμοποιούσαν σαν επιχειρήματα για να παρουσιαστούν σαν γνώστες της «στρατηγικής τέχνης» ή «σωτήρες της Αυτοκρατορίας», ενώ στη πραγματικότητα διαιώνιζαν αχρείαστους πολέμους. Κατά την γνώμη του οι Τούρκοι αποτελούσαν μία πολύ μακρινή απειλή. Ακόμα και με την πιο απαισιόδοξη προοπτική θα χρειάζονταν πολλά χρόνια για να φτάσουν να απειλήσουν την ίδια την Κωνσταντινούπολη, εγχείρημα στο οποίο είχαν αποτύχει τόσοι και τόσοι άλλοι πριν από αυτούς. Μόνο οι στρατιωτικοί, μέσα στα διεστραμμένα μυαλά τους, προσηλωμένα μονίμως στις σφαγές και την μεγαλομανία, ισχυρίζονταν ότι διέβλεπαν την καταστροφή. Ο ίδιος ο Ψελλός δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις από τη ζωή, ούτε προσέβλεπε τόσο βαθιά στο μέλλον. Ήταν ήδη 53 ετών. Δεν του έμεναν ακόμα πολλά χρόνια ζωής. Την αγαπημένη του σύζυγο την είχε χάσει πριν από χρόνια. Το μόνο που τον ενδιέφερε τώρα ήταν η μοίρα της μονάκριβης κόρης του. Όλα του τα πλούτη τα αφιέρωνε σε εκείνη.

Αμφότεροι πάντως, είχαν αποτύχει να αποτρέψουν την ανάρρηση του στο θρόνο, παρά το γεγονός ότι ο Καππαδόκης στρατηγός ήταν ανέκαθεν ύποπτος συνωμοσίας και ο κυριότερος εκπρόσωπος της στρατιωτικής αριστοκρατίας, η οποία για τα τελευταία 40 χρόνια επιχειρούσε να επανέλθει στην εξουσία. Το πρόβλημα όμως, ήταν ότι ο νέος Αυτοκράτορας αποτελούσε προσωπική επιλογή της Ευδοκίας, η οποία, ακόμα χειρότερα, του είχε χαρίσει δύο παιδιά - το μεγαλύτερο από αυτά αγόρι, και ο πιθανότερος διάδοχος του θρόνου μετά τον Ρωμανό! Όμως το θέμα δεν ήταν απλό. Ο Ψελλός φοβόταν ότι ο νέος Αυτοκράτορας, μετά την εκκαθάριση των επαρχιών από τους Σελτζούκους, πολύ πιθανόν, να προέβαινε και σε άλλες, πιο...«επικίνδυνες» εκκαθαρίσεις. Είχε ήδη εξοριστεί σε μοναστήρι μία φορά στο παρελθόν και από τότε είχε ορκιστεί να μην επιτρέψει ποτέ να του συμβεί ξανά. Αναμφίβολα θα απαιτούνταν λεπτοί χειρισμοί και αρκετή υπομονή για την εκθρόνισή του. Αλλά η υπομονή ήταν αρετή και ο Ψελλός διέθετε τέτοιες αρετές. Είχε όλο τον χρόνο μπροστά του. Δεν είχε και τίποτα άλλο να κάνει…

Ο Ρωμανός από την άλλη, δεν ήταν κι αυτός άνθρωπος χωρίς ελαττώματα. Η σύνεση και η μετριοπάθεια δεν ανήκαν στις αρετές του. Ήταν αλαζόνας και είχε αυξημένη την αίσθηση της προσωπικής του αξίας. Ταυτόχρονα όμως, ήταν γενναίος στρατηγός και ικανός ηγέτης. Συνειδητοποιούσε την βαρύτητα της σελτζουκικής απειλής και περιφρονούσε όσους δεν είχαν πιάσει ξίφος στα χέρια – δίκαια ίσως, αφού, ότι είχε επιτύχει μέχρι τότε, το είχε επιτύχει πολεμώντας. Εργαζόταν άοκνα για την πολιτική και στρατιωτική εξυγίανση του κράτους και δεν είχε καμία πρόθεση να μετατραπεί σε σιωπηλό μάρτυρα της σήψης. Μετά τον θάνατο του Βασίλειου Β΄, μια σειρά εννέα Αυτοκρατόρων, είχε κατορθώσει μέσα σε 40 χρόνια αυτό που δεν είχαν καταφέρει αναρίθμητοι βαρβαρικοί λαοί επί 650 χρόνια: να διαλύσουν την Αυτοκρατορία. Οι συνοριακές φρουρές σταδιακά αποσύρονταν, τα ανατολικά Θέματα αφέθηκαν στη μοίρα τους. Τώρα, μόνος του εκείνος τάραξε τα στάσιμα νερά της γενικής αδιαφορίας και εναντιώθηκε στους αρνησιπάτριδες πολιτικούς. Ο αγώνας του θα ήταν αιματηρός και μοναχικός. Για τον αυτοκράτορα Ρωμανό Δ΄ Διογένη η σωτηρία της Αυτοκρατορίας ήταν θέμα αρχής - και κατά πάσα πιθανότητα, θανάτου.

 

 http://imansolas.freeservers.com/Angelos/Byzantium1000-1071.jpg

 

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ

 

 

«Κι ο τρίτος ο απαράβαλτος, ολάκριβος της Φήμης,

ο ατρόμητος κυβερνήτης, ο Μέγας Καππαδόκης,

του Χαλεπιού ο πολέμαρχος, των Άδανων ο κύρης.

Του καταρράχτη του Τουγρούλ του στάθηκε χαράκι,

Και κράτησε τον Αλπαρσλάν, των Τούρκων τον σουλτάνο

Που καβαλάρης άνεμος απ’ τα βουνά του Πόντου

Κι απ’ τα’ αρμένικα στενά χυνόταν ως τους κάμπους»

 

 

Από την οπτική γωνία των πολιτικών του αντιπάλων πάντως, η πρώτη διετία της βασιλείας του Ρωμανού είχε κλείσει με μία πολιτική και στρατιωτική αποτελμάτωση. Στην πρώτη εκστρατεία τού 1068 στην Συρία, της οποίας ηγήθηκε προσωπικά ο Ρωμανός, ανεκατελήφθη η Ιεράπολη και ενδυνάμωθηκαν κάπως τα ανατολικά σύνορα. Το επόμενο έτος ηγήθηκε μίας δεύτερης εκστρατείας στην Αρμενία, όπου είχε σημειώσει κάποιες τοπικές νίκες, αλλά ο κύριος όγκος των τουρκικών δυνάμεων εξακολουθούσε να διαφεύγει και να λυμαίνεται την Κιλικία και την Καππαδοκία, αρνούμενες να παρασυρθούν σε μία μάχη εκ παρατάξεως. Παρόλα αυτά, ο Μέγας Σουλτάνος των Σελτζούκων Τούρκων, Αλπ Αρσλάν, έχοντας κληρονομήσει το δέος των Αράβων για την στρατιωτική δύναμη του Βυζαντίου, υπέγραψε πρόθυμα μία συνθήκη ειρήνης. Πρώτιστος αντικειμενικός σκοπός του, εκείνη την εποχή, ήταν η καθυπόταξη των Φατιμιδών Αράβων της Κοίλης Συρίας και η εδραίωση της εξουσίας του επί των Ιρανικών φύλων της Κεντρικής Ασίας. Η Μικρά Ασία δεν αποτελούσε άμεσο στόχο του και το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσε εκείνη τη στιγμή ήταν ένας ανοικτός πόλεμος εναντίον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία, στα μάτια των ξένων ηγεμόνων, εξακολουθούσε να αποτελεί το πολεμικό δέος του Ανατολικού κόσμου. Ένας από τους όρους της συνθήκης ήταν βέβαια και η παύση των επιδρομών στις αυτοκρατορικές επαρχίες. Ο Σουλτάνος όμως, παρά τον τίτλο του, αδυνατούσε να ελέγξει τις διάσπαρτες τουρκομανικές φυλές οι οποίες ζούσαν σύμφωνα με τις παραδόσεις των απείθαρχων νομαδικών φύλων της Κεντρικής Ασίας. Υπάκουγαν στην εξουσία του Σουλτάνου μόνο όταν εξαναγκάζονταν ή όταν αυτό εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Οι επιδρομές λοιπόν, συνέχιζαν ανεξέλεγκτες.

Η αποτυχία του Ρωμανού να πατάξει αποφασιστικά τους Σελτζούκους έδωσε την ευκαιρία στην οικογένεια των Δουκών να αρχίσει να συνωμοτεί ανοικτά εναντίον του. Η θέση του στον θρόνο ήταν τόσο επισφαλής, ώστε το 1070 αδυνατούσε πλέον να εγκαταλείψει το παλάτι. Τον Φεβρουάριο του 1071 απέστειλε πρεσβεία στον Σουλτάνο για την ανανέωση της συνθήκης. Ο Αλπ Αρσλάν προκειμένου να επικεντρώσει την προσοχή του εναντίον των Φατιμιδών της Συρίας, δέχθηκε την ανανέωση της συνθήκης και τον επόμενο κιόλας μήνα ξεκινούσε την πολιορκία της πρωτεύουσας των Αράβων, το Χαλέπι.

Με τον αντίπαλό του απασχολημένο σε μία τέτοια δύσκολη πολιορκία, ο Ρωμανός μπορούσε τώρα να εκστρατεύσει μέχρι την Αρμενία και να ανακαταλάβει τα συνοριακά οχυρά που είχαν καταλάβει οι Τούρκοι και μετατρέψει σε ορμητήριά τους για τις εισβολές στα Θέματα της Ανατολίας. Κατόπιν, με τα ανατολικά του σύνορα εξασφαλισμένα, θα ήταν σε θέση να εκστρατεύσει βαθιά μέσα στην καρδιά του Σουλτανάτου, μέχρι τον Ευφράτη, και να απαλλαγεί από τον τουρκικό κίνδυνο. Σε οποιαδήποτε περίπτωση πάντως, θα διέθετε το τακτικό πλεονέκτημα των κινήσεων, αφού ο Αλπ Αρσλάν θα ήταν απομακρυσμένος και ευάλωτος. 

Την άνοιξη του 1071 αποφάσισε να διακινδυνεύσει τα πάντα σε μία εκστρατεία μεγάλης κλίμακος και αποφασιστικής σημασίας. Έτσι, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 13 Μαρτίου 1071, ο βασιλικός δρόμωνας με τα αυτοκρατορικά εμβλήματα απέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη για να περάσει στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, όπου θα συγκεντρωνόταν το όλο το στράτευμα.

Σύμφωνα με τις υπερβάλλουσες μεσαιωνικές πηγές, ο αριθμός της στρατιάς κυμαινόταν από 100.000 έως 1.000.000 άνδρες. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της Αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή, καθώς και τα ιστορικά μεγέθη των στρατών της εποχής, ο αριθμός των 50.000 μαχίμων αγγίζει πολύ περισσότερο την πραγματικότητα. Σε αυτόν τον αριθμό όμως, δεν συμπεριλαμβανόταν το πλήθος των μηχανικών, εφοδιαστών και λοιπού βοηθητικού προσωπικού, το οποίο εξυπηρετούσε τα μεταγωγικά, τις πολιορκητικές μηχανές, τα κινητά μαγειρεία και χειρουργεία, και θα έκανε το στράτευμα να φαντάζει υπέρογκο. Ο Ρωμανός δεν μπορούσε να κρύψει την υπερηφάνειά του για το γεγονός ότι η στρατιά που είχε συγκροτήσει και εκπαιδεύσει με τόσους κόπους, δεν έπαυε να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις που είχε συγκεντρώσει η Αυτοκρατορία από τα χρόνια του Βασίλειου Β΄. Για να το πετύχει αυτό, είχε περικόψει τις περιττές και άσκοπες παροχές των αμέτρητων κρατικών αξιωματούχων της Βασιλεύουσας, επιβάλλοντας τους βαριά φορολογία και ξεσηκώνοντας την οργή της αντιστρατιωτικής φατρίας. Με τη βοήθεια της Θεοτόκου όμως, μία νίκη επί των Σελτζούκων θα ματαίωνε τα συνωμοτικά σχέδια της δυναστείας των Δουκών και θα εδραίωνε τη θέση του ως Αυτοκράτορα στα μάτια του λαού των επαρχιών ο οποίος σφάδαζε από τις λεηλασίες.

Το ηθικό των στρατιωτών δεν ήταν το υψηλότερο. Το φάντασμα της ηττοπάθειας η οποία είχε μολύνει από καιρό ένα στράτευμα ανεκπαίδευτο, απόλεμο και παραμελημένο από την πολιτική ηγεσία για τόσο μεγάλο διάστημα, εξακολουθούσε να πλανιέται γύρω από όλους. Οπουδήποτε και αν κοιτούσε γύρω του, ο Ρωμανός έβλεπε μόνο απελπισία και προδοσία: ξένοι μισθοφόροι, Νορμανδοί, Κουμάνοι, Πετσενέγοι, έτοιμοι να αυτομολήσουν στην πρώτη κακοτυχία. Και επιπλέον, γνώριζε καλά ότι η μαχητικότητα των ανδρών ενός στρατεύματος εξαρτάτο από την μαχητικότητα και την νομιμοφροσύνη των αξιωματικών του – και εκεί ήταν που αντιμετώπιζε το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Ο διοικητής των Νορμανδών μισθοφόρων, ο στρατηγός Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ (Ursel de Balleul), ήταν γενναίος και αποτελεσματικός στη μάχη, αλλά αναξιόπιστος κι αυτός, όπως όλοι οι Φράγκοι. Ο Μάγιστρος Ιωσήφ Ταρχανιώτης ήταν εξίσου εμπειροπόλεμος, αλλά μέσα σε ένα κλίμα ρευστής πολιτικής κατάστασης προτιμούσε να συμμαχήσει με τον εαυτό του. Οι αξιωματικοί στους οποίους βάσιζε κυρίως τις ελπίδες του ήταν τρεις παλαίμαχοι στρατηγοί οι οποίοι είχαν παραμείνει πάντοτε πιστοί στο πρόσωπο και το όραμά του: ο Μάγιστρος Κατεπάνω Νικηφόρος Βασιλάκιος, ο Δομέστικος των Σχολών της Δύσης Νικηφόρος Βρυέννιος και ο Καππαδόκης στρατηγός Θεόδωρος Αλυάτης. Αυτοί, επικεφαλής των εμπειροτέρων ανδρών από τα Θέματα της Αυτοκρατορίας, θα αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης στο πεδίο της μάχης.

Από την έναρξη της εκστρατείας όμως, συνέβαιναν μόνο άσχημα προμηνύματα και ανεξήγητα περιστατικά τα οποία διέβρωναν περισσότερο το εύθραυστο ηθικό των ανδρών: εκείνο το μαύρο περιστέρι που είχε καθίσει στο χέρι του αυτοκράτορα την ώρα που τα πλοία αναχωρούσαν από την Βασιλεύουσα, η ξαφνική κατάρρευση της βασιλικής σκηνής στον πρώτο σταθμό του στρατεύματος και η ανεξήγητη πυρκαγιά στις βασιλικές σκηνές που είχε καταστρέψει τις πολυτιμότερες αποσκευές του. Ακούστηκαν ψίθυροι για δολιοφθορά, αλλά δεν αποδείχθηκε τίποτα. Όλα αυτά έκαναν τον Ρωμανό ευέξαπτο, και νευρικό. Ένιωθε παντού τριγύρω του το φάντασμα της προδοσίας να τον κυκλώνει. Προσπαθώντας να διατηρήσει την πειθαρχία του στρατεύματος, μερικές φορές κατέφευγε σε αυστηρότερες ποινές από ότι θα απαιτούσε η περίσταση. Μετά την καχυποψία που του είχαν ενσπείρει όλα αυτά τα περιστατικά, στον επόμενο σταθμό ο Ρωμανός προτίμησε να στήσει τις σκηνές του αρκετά μακρύτερα από εκείνες του υπόλοιπου στρατεύματος, περνώντας τις περισσότερες ώρες της ημέρας μόνος. Το γεγονός αυτό επηρέασε το ηθικό των ανδρών οι οποίοι σχημάτισαν την εντύπωση ότι ο Αυτοκράτορας δεν τους συμπαραστεκόταν. Μέχρι τη στιγμή που το στράτευμα έφτασε στην Αρμενία, η κατάσταση δεν ήταν απλά ηλεκτρισμένη, αλλά εκρηκτική. Και η πικρή αλήθεια ήταν ότι, ξεκινώντας την εκστρατεία, ο Ρωμανός είχε αφήσει ακάλυπτα τα νώτα του – τόσο σε πολιτικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.

Στη Βασιλεύουσα όλοι τον επιβουλεύονταν και μηχανορραφούσαν, ο Ψελλός, ο Καίσαρας Ιωάννης Δούκας, ο συγκλητικός Νικηφόρος Παλαιολόγος. Ακόμη και η Ευδοκία, παρά τη θέρμη της στο συζυγικό κρεβάτι, θα του συμπαραστεκόταν μόνο όσο οι καταστάσεις ευνοούσαν την ίδια. Αναχωρώντας για την εκστρατεία, ο Ρωμανός δεν είχε λάβει ιδιαίτερα μέτρα εναντίον τους, με μόνη εξαίρεση την εξορία του Ιωάννη Δούκα στην Βιθυνία και την «ομηρία» του μεγαλύτερου γιού του, του Ανδρόνικου Δούκα, τον οποίον κρατούσε δίπλα του στην εκστρατεία, ώστε να εξασφαλίσει την νομιμοφροσύνη του πατέρα του. Δεν δίστασε μάλιστα, να του αναθέσει και την διοίκηση της οπισθοφυλακής του στρατεύματος. Η οπισθοφυλακή αποτελείτο από εφεδρικά στρατεύματα, αμφιβόλου μαχητικής αξίας, όπως ακριβώς και ο διοικητής τους. Περιορίζοντάς τον στο πεδίο της μάχης, κάτω από τις διαταγές του, ο Ρωμανός πίστευε ότι θα μπορούσε να τον επιτηρεί στενά, ανά πάσα στιγμή. Στην πραγματικότητα όμως, του διέφευγε το απλό γεγονός ότι δίπλα του καραδοκούσε ένας αδίστακτος προδότης. Ο Ψελλός, σαν βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας, είχε εντοπίσει αυτή την αδυναμία του αντιπάλου του: ο Ρωμανός ήταν τόσο προσηλωμένος στο όραμα της αναβίωσης του στρατιωτικού μεγαλείου της Αυτοκρατορίας, ώστε είχε πιστέψει ότι ήταν προορισμένος για την εκπλήρωση αυτού του ιερού σκοπού και ήταν ανίκανος να διακρίνει πέρα από αυτόν. Ήταν βέβαια γενναίος. Γενναίος, αλλά τυφλός…

Στα τέλη Ιουνίου το αυτοκρατορικό στράτευμα είχε φθάσει στην Θεοδοσιούπολη, τον τελευταίο σταθμό πριν το Ματζικέρτ, όπου ο Ρωμανός διευθέτησε τις τελευταίες λεπτομέρειες. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες των αγγελιαφόρων ήθελαν τον Σουλτάνο να βρίσκεται στο Χαλέπι, κινούμενος τάχιστα προς την Αρμενία επικεφαλής μίας δύναμης 10-15.000 ανδρών, για να αντιμετωπίσει την απροσδόκητη εισβολή. Έκτοτε δεν είχε λάβει καμία περαιτέρω πληροφορία για τις κινήσεις του, αλλά η πρωτεύουσα των Αράβων απείχε τουλάχιστον 600 χλμ από το Ματζικέρτ, τη στιγμή που ο ίδιος απείχε μόνο 150. Είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή του να ξεκουράσει το στράτευμα και να φθάσει πρώτος στο Ματζικέρτ πριν τον αντίπαλό του.

Εφόσον περίμενε τον εχθρό να αφιχθεί από τα νότια, ο Ρωμανός αποφάσισε να διαιρέσει τον στρατό σε δύο διοικήσεις. Την πρώτη την έθεσε κάτω από την διοίκηση του Ιωσήφ Ταρχανιώτη, ο οποίος θα κατελάμβανε το Χλιάτ, λιγότερο από 50 χλμ νοτιότερα του Ματζικέρτ. Το Χλιάτ ήταν ένα από τα κυριότερα ορμητήρια των τουρκικών επιδρομών, που τώρα φυλασσόταν μόνο από μία τοπική φρουρά. Με την κατάληψή του, ο Ταρχανιώτης θα απέκλειε την οδό πρόσβασης του Σουλτάνου προς το Ματζικέρτ και ταυτόχρονα θα προφύλασσε το δεξιό πλευρό του Ρωμανού από αιφνιδιαστικές επιθέσεις. Ταυτόχρονα, ο ίδιος, επικεφαλής του δευτέρου τμήματος, θα βάδιζε προς κατάληψη του Ματζικέρτ. Κατ΄αυτόν τον τρόπο θα είχε υπό την κατοχή του αμφότερες τις πόλεις, των οποίων η στρατηγική θέση θα του άνοιγε την οδό προς την ενδοχώρα του Σουλτανάτου.

Το πρόβλημα ήταν ότι η δύναμη του Ταρχανιώτη άγγιζε σχεδόν το ήμισυ της συνολικής δύναμης του στρατεύματος και περιείχε στις τάξεις της τους πλέον έμπειρους στρατιώτες: 20.000 ιππείς και βαρύ πεζικό, καθώς και τους 1.000 Νορμανδούς κατάφρακτους του Ουρσέλ ντε Μπαγιέλ.

Οι πιστότεροι στο πρόσωπό του αξιωματικοί, εξέφρασαν κάποιες αντιρρήσεις για την διάσπαση του στρατεύματος: τα τμήματα του Ουρσέλιου και του Ταρχανιώτη αποτελούσαν μία ισχυρή δύναμη κρούσης η οποία θα ήταν ανεκτίμητη στην μεγάλη μάχη εναντίον του Σουλτάνου. Καλό θα ήταν να μην απομακρυνθούν. Ο Ρωμανός απέρριψε τις αντιρρήσεις τους: η μικρή φρουρά του Χλιάτ θα υπέκυπτε γρήγορα σε μία τέτοια δύναμη. Εκτός αυτού, η απόσταση Χλιάτ-Ματζικέρτ ήταν μικρή. Ο Ταρχανιώτης είχε όλο τον χρόνο να το καταλάβει και να επιστρέψει πάλι στο Ματζικέρτ για να λάβει μέρος στη μεγάλη μάχη. Στην πραγματικότητα όμως, συνέτρεχε και ένας ακόμη λόγος τον οποίο ο Ρωμανός απέφευγε να αναφέρει ανοικτά: ο Ρωμανός είχε καταλάβει ότι το στράτευμα διατηρούσε το φρόνημά και την πειθαρχεία του μόνο όταν το διοικούσε ο ίδιος προσωπικά. Στην αντίθετη περίπτωση, οι άνδρες κυριεύονταν από ηττοπάθεια και τρέπονταν σε φυγή στην πρώτη δυσκολία. Για αυτό προτίμησε να θέσει επικεφαλής του αποσπάσματος έναν παλαίμαχο στρατηγό, παραχωρώντας του τους καλύτερους άνδρες της στρατιάς.

Ο ίδιος ο Αυτοκράτορας ανέλαβε το υπόλοιπο στράτευμα με το οποίο κατευθύνθηκε προς το Ματζικέρτ, το οποίο κατέλαβε μετά από σύντομη πολιορκία. Θεωρώντας ότι κατείχε πλέον το στρατηγικό και πλεονέκτημα έναντι ενός ολιγάριθμου αντιπάλου ο οποίος απείχε ακόμη μακριά, στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της πόλης, αναμένοντας ειδήσεις από το απόσπασμα του Ταρχανιώτη.

 

ΧΛΙΑΤ, ΤΕΤΑΡΤΗ 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1071

Το χαμένο απόσπασμα

 

Την ίδια ώρα και 50 χλμ νοτιότερα του Ματζικέρτ το απόσπασμα του Ταρχανιώτη είχε φθάσει στο Χλιάτ, αλλά το τι ακριβώς συνέβη εκεί παραμένει άγνωστο. Είναι αμφίβολο ακόμα και αν δόθηκε κάποια μάχη, μεγάλη ή μικρή. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Μάγιστρος, μαζί με τον Ουρσέλ και όλους τους άνδρες τους, εγκατέλειψαν το Χλιάτ, χωρίς ποτέ να ειδοποιήσουν τον Ρωμανό για τις κινήσεις τους και χωρίς ποτέ να επανενωθούν με το κύριο σώμα του στρατού. Αντ’ αυτού, απομακρύνθηκαν το γρηγορότερο δυνατόν από το πεδίο της μάχης, για να εμφανισθούν πολύ αργότερα στην Μελιτηνή, 150 χιλιόμετρα στα νοτιοδυτικά! Οι πιθανότητες να αιφνιδιάστηκαν και να κατανικήθηκαν από τουρκικές δυνάμεις, είναι μηδαμινές, αν όχι μηδενικές. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, θα μπορούσαν να αποστείλουν έναν αγγελιαφόρο στο Ματζικέρτ για να ενημερώσει τον Ρωμανό για την κατάσταση.

Ο Ταρχανιώτης ήταν ένας έμπειρος, γενναίος στρατηγός, επικεφαλής ενός ισχυρού αποσπάσματος τουλάχιστον 20.000 βετεράνων, δύναμης ίσης με ολόκληρο τον στρατό του Αλπ Αρσλάν. Η εξαφάνισή του χωρίς κανένα ίχνος ενισχύει τις φήμες περί εσκεμμένης προδοσίας εκ μέρους του. Η θεωρία αυτή επιβεβαιώνεται ακλόνητα από την εξέλιξη των γεγονότων που θα επακολουθούσαν. Το γεγονός πάντως, ήταν ότι σχεδόν το 50% της στρατιάς του Ρωμανού τον είχε εγκαταλείψει δύο ημέρες πριν τη μάχη…

 

 

ΠΕΜΠΤΗ 25 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1071

Οι πρώτες συμπλοκές

 

 

Η πρώτη φορά κατά την οποία ο Ρωμανός πληροφορήθηκε την παρουσία τουρκικών στρ&#